TUNE IN WITH >>> Winamp, iTunes Windows Media Player Real Player QuickTime
Loading ...

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Ο σολίστας που υποκλίθηκε ο Tζίμη Χέντριξ ήταν... Έλληνας.

Ο Χιώτης την δεκαετία του '40 έπαιζε κιθάρα. Κατα τον μεσοπόλεμο, έφυγε για Αμερική όπου και έπαιζε ως κιθαριστας, ενώ ήρθε σε επαφή με την αφρο-κουβανέζικη-λατιν μουσικη, το μπλουζ και τη τζαζ.
Γυρνωντας, επινόησε το 4-χορδο μπουζούκι, ωστε να πιάνει ακόρντα κιθάρας και οχι τριχόρδου...Η τεχνική του ήταν κιθαριστική, εξού και τα απίστευτα σόλο που είχε βγάλει. Το πόσο τον επιρρέασε η λατιν μουσικη είναι εμφανες σε κλιμακες και ρυθμους: ολα του σχεδον τα τραγουδια είναι ρουμπες,  σαμπες...αλλα και το γεγονος οτι ηταν ο πρωτος που εφτιαξε ορχηστρες "λαϊκες" με λατιν οργανα (πνευστα,κρουστα κτλ κτλ)...Περίφημο παράδειγμα το "Περασμένες μου Αγάπες", ρούμπα απ' τις λίγες, με ίσως το καλύτερο σόλο που έχει παιχτει ποτε σε εγχορδο! Και μιλάμε για τρελες ταχυτητες. Ο Χιώτης ηταν όλα τα λεφτα! Ειναι η εποχη που τον ακουσε ο Jimi Hendrix κι εντυπωσιαστηκε...
Το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη «Την έδιωξα κι όμως την αγαπώ»  βρέθηκε στο αρχείο του Jimi Hendrix την εποχή που ο Χιώτης έκανε περιοδεία στην Αμερική… και λες πώς είναι δυνατόν;! Κι όμως ο Χέντριξ με το Χιώτη είχαν βρεθεί στο Σικάγο όταν έπαιζαν σε διπλανά μαγαζιά κι έτσι γνωρίστηκαν, ενώ τον θεωρούσε τον μεγαλύτερο δεξιοτέχνη στο είδος του! Και ανατριχιάζεις, πώς σήμερα… που υποτίθεται ότι τα «ξέρουμε όλα», χωρίς να καταλαβαίνουμε, «σνομπάρουμε» τη γνησιότητά μας και τη μοναδικότητά μας!

«Ο Χιώτης είναι ο καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο», ομολόγησε ο Τζιμι Χεντριξ, μετά από ένα ρεσιτάλ στο Σικάγο.
Η εξαιρετική εκπομπή του Χρήστου Βασιλόπουλου «Η Μηχανή του Χρόνου» εριξε φως στην πολυτάραχη ζωή του Μανώλη Χιώτη, του  αριστοκράτη-ρεμπέτη που ξεκίνησε από τις προσφυγο-γειτονιές του Ναυπλίου, μπήκε στα σαλόνια των Αθηνών και κατέκτησε τις καλύτερες πίστες της Αμερικής. 
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου του 1921, κατ΄άλλους το 1920, όπου είχε πάει η οικογένειά του από το Ναύπλιο, καταγώμενος απο την Χίο, γιος του βαρύμαγκα και καβγατζή Πειραιώτη Διαμαντή Χιώτη και μιας δυναμικής γυναίκας που διατηρούσε στο Ναύπλιο το πιο αριστοκρατικό μπαρ, έχοντας πελάτες της τους φραγκάτους της εποχής εκείνης και σερβιτόρες τις πιο όμορφες κοπέλες, στα χέρια των οποίων μεγάλωσε ο Μανώλης, με τα χάδια, τα φιλιά και τις τρυφερές φροντίδες τους, μέσα στη χλιδή και στα πλούτη της σπάταλης μητέρας του που δεν άφησε ποτέ να του λείψει τίποτα, πραγματικό αρχοντόπουλο, που διατήρησε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του την αριστοκρατική του εμφάνιση και τον χαρακτήρα του.
Από μικρός διδάχτηκε κιθάρα, βιολί, ούτι και μπουζούκι, ενώ άρχισε να εργάζεται σαν επαγγελματίας μουσικός το 1936 στην ηλικία των 15 χρόνων,  μετακομίζοντας από το Ναύπλιο στην Αθήνα, πλάι στον Στράτο Παγιουμτζή, υπογράφοντας παράλληλα συμβόλαιο ως "διευθύνων πρίμο όργανο" στην Columbia και γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα.
Χιώτης...Mambo
Αμέσως μετά την απελευθέρωση εισαγάγει για πρώτη φορά αυτός στις εμφανίσεις του τον ενισχυτή και διαμορφώνει στο οργανοποιείο του Ζοζέφ το 4χορδο μπουζούκι, (4 ζεύγη χορδών αντί τα γνωστά 3), ενώ στο πάλκο χρησιμοποιεί δυο μπουζούκια, ένα με μεταλλικές χορδές κι ένα με χορδές από έντερα ώστε η χροιά του να μοιάζει περισσότερο με ούτι, ενώ είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε και τα 4 δάχτυλα, (ενίοτε και τα 5), στο τόσο μοναδικό και ιδιαίτερο παίξιμό του.
Πάντα πρωτοπόρος και τολμηρός, δεν δίστασε ούτε στην προσωπική του ζωή,  αφού απήγαγε την πρώτη του γυναίκα την Ζωή Νάχη, όταν αυτή ήταν 14 ετών και την οποία παντρεύτηκε το 1954, αποκτώντας μαζί της δυο παιδιά. Ανήλικη ήταν και η δεύτερη γυναίκα του όταν την γνώρισε, η Μαίρη Λίντα, παρτενέρ του στην χρυσή εποχή μέχρι το 1966 οπότε και χώρισαν μετά από 7 χρόνια γάμου. Αγάπησε και αγαπήθηκε από την τρίτη του γυναίκα την Μπέμπα Κυριακίδου με την οποία έκανε τις τελευταίες του εμφανίσεις στη σκηνή.
 ...με τις Μαρία Κάλλας-Γκρέις Κέλλυ
Αξεπέραστος δεξιοτέχνης, σαν "ειρηνοποιος" ο Χιώτης θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην κόντρα μεταξύ Κάλλας και Γκρέις Κέλλυ. Είναι η εποχή που Ωνάσης και Ρενιέ του Μονακό, αποφασίζουν να τα βρουν με ένα ταξίδι στο Αιγαίο. Η επεισοδιακή κρουαζιέρα θα έχει ευτυχή κατάληξη χάρη στον Μανώλη Χιώτη, που κατάφερε με τις πενιές του μπουζουκιού του να «λιώσει τον πάγο», να αμβλύνει τις αντιθέσεις και να συμφιλιώσει τις δυο μεγάλες κυρίες, έτσι τα δυο ζευγάρια στήθηκαν για πρώτη φορά με πλατύ χαμόγελο μπροστά στο φακό για μια ιστορική φωτογραφία.
Η «Μηχανή του χρόνου» παρουσίασε σπάνιο υλικό του 1948 με τον Μανώλη Χιώτη να βάζει για πρώτη φορά μέσα στο κινηματογραφικό κάδρο το «απαγορευμένο» μπουζούκι, προσθέτοντας την τέταρτη διπλή χορδή, βάζοντάς το «στην πρίζα» και συγκρούοντας το κατεστημένο του ρεμπέτικου με τη «νομιμοποίηση» του λαϊκού οργάνου, ανοίγοντας νέους δρόμους στο λαϊκό τραγούδι. Τότε συγκρούστηκε με τον Βασίλη Τσιτσάνη και άλλους ρεμπέτες της εποχής.
Δυο δεκαετίες αργότερα, οι αντιδράσεις για το «ευτελές όργανο» εξακολουθούσαν, ακόμα και εάν επρόκειτο για τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Ο Χιώτης θα είναι αυτός που θα συνενώσει τις δυο κορυφαίες δυνάμεις του ελληνικού τραγουδιού και θα «εξαγνίσει» το μπουζούκι στην ιστορική παρουσίαση του «Επιταφίου» στο θέατρο «Κεντρικόν» το 1961 με σολίστα τον ίδιο και ερμηνευτές τούς ΜπιθικώτσηΚαζαντζίδηΜαρινέλλαΜαίρη Λίντα και παρουσιάστρια τη Μάρω Κοντού (νάτος πάλι ο μαϊντανός). Από τα απρόοπτα, η κατάρρευση του  Μπιθικώτση μπροστά στην κατάμεστη αίθουσα και η γενναία στάση του Χιώτη που κατάφερε να τον επαναφέρει στη σκηνή. Ακολουθούν «Λιποτάκτες», «Πολιτεία» και «Αρχιπέλαγος».

«Μανώλης Χιώτης: Ο σολίστας που φοβήθηκε ο Τζίμι Χέντριξ» ήταν ο τίτλος της εκπομπής του Χρ. Βασιλόπουλου όπου ο δημοσιογράφος  αναζήτησε και βρήκε τα πρόσωπα που έζησαν την μυθική συνάντηση των δυο ανδρών και επιβεβαιώνουν τον θαυμασμό του κορυφαίου ρόκερ στο πρόσωπο του Έλληνα μουσικού, για τον οποίο είχε πει: «Ο Χιώτης είναι ο μεγαλύτερος σολίστας».
Ακόμη ποιος ήξερε πριν την εκπομπή εκτός από τους πολύ μυημένους, το άγνωστο παρασκήνιο στον Λευκό Οίκο, όταν ο Ελληνας βιρτουόζος έπαιξε για τα γενέθλια του Αμερικανού προέδρου Τζόνσον...
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν και τα πιο δραματικά. Χωρίζει με την Λίντα, πράγμα που του στοίχησε πολύ και ο καρκίνος αρχίζει να τον κατατρώει. Τελευταίο τραγούδι με την φωνή (κατά παραγγελία) του Νίκου Χατζηαντωνίου:
«Θα κάνω ότι πέθανα, να δω ποιοι μ’ αγαπούνε»...
Πεθαίνει ανήμερα των γενεθλίων του στις 21 Μαρτίου 1970 στην γενέτειρά του Θεσσαλονίκη, ενώ ο θλιβερός επίλογος γράφεται στο Α’ νεκροταφείο με παρούσες και τις 3 συντρόφισσες της ζωής του, τη στιγμή που ο Γιάννης Καραμπεσίνης παίζει με το μπουζούκι του Χιώτη τα «Ηλιοβασιλέματα».

Μια ζωή μοιρασμένη ανάμεσα στην πίκρα, τον ενθουσιασμό, τη δόξα, το μεγαλείο και την αδικία...


πηγή: http://mogadishu.capitalblogs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου